ΝΕΑ - ΜΑΪΟΣ 2014

  • Εξελίξεις στο δίκαιο σημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Σε συνέχεια του ενημερωτικού μας άρθρου στα Νέα Μαρτίου 2014 σχετικά με τις προτάσεις για τη μεταρρύθμιση του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα και την πρόταση για την αναδιατύπωση της οδηγίας για την προσέγγιση των νομοθεσιών περί σημάτων των κρατών μελών της Ε.Ε. και τον καθορισμό της θέσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και μετά τη συμβιβαστική πρόταση της ελληνικής Προεδρίας, δύο νέες συμβιβαστικές προτάσεις υποβλήθηκαν στις 2 Μαΐου 2014, σε μια προσπάθεια να επιτευχθεί συμφωνία στο Συμβούλιο, τόσο για τη μεταρρύθμιση του Κανονισμού όσο και για την αναδιατύπωση της Οδηγίας μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2014.

Από τις συζητήσεις προέκυψαν συμφωνίες στα βασικότερα θέματα που αφορούν τα εμπορικά σήματα αλλά και διαστάσεις απόψεων μεταξύ της Επιτροπής και των αντιπροσωπειών των χωρών μελών, με καίρια ζητήματα τη μελλοντική διακυβέρνηση του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (ΓΕΕΑ), τη συνεργασία του με τα εθνικά γραφεία σημάτων και τη διοχέτευση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων του ΓΕΕΑ, τα οποία είναι υπέρογκα.

Οι εκλογές της 25ης Μαΐου 2014 διέκοψαν τη Συζήτηση και τη νομοθετική διαδικασία, η οποία πιθανότατα θα συνεχιστεί και κατά τη διάρκεια της Ιταλικής Προεδρίας της ΕΕ.

  • «Το δικαίωμα στη λήθη» ή το δικαίωμα του να απαιτήσεις να σε ξεχάσουν (The right to be forgotten)

Στις 12 Μαΐου 2014 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής αναφερόμενο ως «το Δικαστήριο») εξέδωσε μια απόφαση για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στο διαδίκτυο που εξέπληξε ευχάριστα τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) αλλά ίσως δυσαρέστησε μεγάλες ξένες εταιρείες εντός της Ε.Ε. που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο. Η απόφαση έχει προκαλέσει εντονότατες συζητήσεις και απορίες για το κατά πόσο θα καταστεί δυνατή η εφαρμογή της. Επισημαίνεται δε, ότι το Δικαστήριο με την απόφασή του αυτή διαφώνησε με τις Προτάσεις (Opinion) του Γενικού Εισαγγελέα του Δικαστηρίου και κατέληξε σε εντελώς αντίθετη κρίση.

Η απόφαση εκδόθηκε με αφορμή τη δικαστική διαμάχη των εταιρειών Google Spain S.L. και Google Inc. κατά της Agencia Española de Protección de Datos (της ισπανικής αρχής προστασίας δεδομένων - Υπόθεση C-131/12, στο εξής αναφερόμενη ως «η υπόθεση») με την οποία έγινε δεκτή η καταγγελία που υπέβαλε Ισπανός πολίτης κατά των δύο εταιρειών και επιβλήθηκε στην Google Inc. η υποχρέωση, αφενός, να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαγραφή από το ευρετήριό της των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν τον M. Costeja González και, αφετέρου, να καταστήσει ανέφικτη τη μελλοντική πρόσβαση στα δεδομένα αυτά.

Γενικότερα, η υπόθεση διαπραγματεύεται τα αποτελέσματα έρευνας στη γνωστή μηχανή αναζήτησης Google, και το εάν ένα υποκείμενο προσωπικών δεδομένων έχει το δικαίωμα να ζητήσει τη διαγραφή συνδέσμων (links) που οδηγούν στα προσωπικά δεδομένα που το αφορούν, έτσι ώστε να μην εμφανίζονται καθόλου οι σύνδεσμοι στα αποτελέσματα αναζήτησης που γίνονται για παράδειγμα με τη χρήση του ονόματός του.

Η υπόθεση ξεκίνησε το 2010, όταν o Ισπανός πολίτης, M. Costeja González, υπέβαλε στην Ισπανική Αρχή Προστασίας Δεδομένων (ΙΑΠΔ) καταγγελία κατά ισπανικής εφημερίδας μεγάλης κυκλοφορίας και κατά της Google Spain και της Google Inc. Αιτία στάθηκε το γεγονός ότι όταν κάποιος χρήστης του διαδικτύου εισήγαγε το όνομά του στη μηχανή αναζήτησης της Google, εμφανίζονταν σύνδεσμοι προς δύο σελίδες γνωστής εφημερίδας που είχαν δημοσιευθεί το 1998, στις οποίες περιέχονταν πληροφορίες που αφορούσαν τον πλειστηριασμό ακινήτου του, κατόπιν κατασχέσεως λόγω των χρεών του σε ασφαλιστικό ταμείο, οι οποίες όμως είχαν δημοσιευθεί νομίμως με διαταγή του σχετικού υπουργείου. Το πρόσωπο ζήτησε διαγραφή του υλικού από την εφημερίδα, χωρίς όμως επιτυχία, καθώς η Ισπανική Αρχή Προστασίας Δεδομένων (ΙΑΠΔ) έκρινε ότι το υλικό ήταν νομίμως δημοσιευμένο και αρνήθηκε να διατάξει την αφαίρεση των δεδομένων αυτών. Παρά ταύτα, η ΙΑΠΔ διέταξε την Ισπανική εταιρεία Google Spain S.L. να αφαιρέσει τους συνδέσμους (links) από τη μηχανή αναζήτησης ώστε να μην υπάρχει πρόσβαση στο περιεχόμενο που αφορούσε το θιγόμενο πρόσωπο.

Η Ισπανική Google και η Google Inc. άσκησαν προσφυγή κατά της αποφάσεως της ΙΑΠΔ την οποία βάσισαν στους εξής λόγους:

α) η Αμερικάνικη εταιρεία Google ως πάροχος της υπηρεσίας της μηχανής αναζήτησης, δεν υπόκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 95/46/ΕΚ της Ε.Ε. για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών ενώ η Ισπανική Google ως τοπική θυγατρική εταιρεία της δεν είχε ευθύνη για τη μηχανή αναζήτησης παρότι προωθούσε τη διαφήμιση τρίτων στη μηχανή αναζήτησης,

β) δεν υπήρξε επεξεργασία προσωπικών δεδομένων κατά τη λειτουργία της αναζήτησης,

γ) ακόμη και εάν υπήρξε επεξεργασία, καμία από τις εταιρείες της Google δεν είχε τη δυνατότητα ελέγχου των δεδομένων, και

δ) σε κάθε περίπτωση, το φυσικό πρόσωπο, το οποίο αφορούσαν τα δεδομένα, δεν είχε το δικαίωμα να ζητήσει την αφαίρεση νομίμως δημοσιευθέντων πληροφοριών.

Εν συνεχεία, το ισπανικό Ανώτερο Δικαστήριο έθεσε προδικαστικά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τρία ερωτήματα, σύμφωνα με το θεσμό της προδικαστικής παραπομπής για την ερμηνεία του δικαίου της ΕΕ. Ως γνωστόν, σε μια τέτοια περίπτωση το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από την ερμηνεία που θα δώσει το Δικαστήριο, όταν κρίνει την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του. Μάλιστα η απόφαση του Δικαστηρίου δεσμεύει κατά τον ίδιο τρόπο και όλα τα άλλα εθνικά δικαστήρια στα οποία κρίνεται παρόμοιο ζήτημα.

Τα ερωτήματα ήταν τα εξής:

i) εάν η δραστηριότητα της Google Inc. και της Ισπανικής θυγατρικής της εταιρείας υπόκειται στο εδαφικό πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 95/46/ΕΚ,

ii) εάν η απάντηση στο προηγούμενη ερώτημα είναι θετική, εάν η δραστηριότητα της μηχανής αναζήτησης ως προς τη συλλογή, αποθήκευση, τοποθέτηση σε ευρετήριο και ανάκληση των δεδομένων συνιστά «επεξεργασία» σύμφωνα με την Οδηγία, για την οποία επεξεργασία η μηχανή αναζήτησης έχει ευθύνη ως έχουσα τον έλεγχο των δεδομένων και

iii) το «δικαίωμα στη λήθη» και το ζήτημα του κατά πόσον το υποκείμενο των δεδομένων έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει να πάψει να είναι εφικτή η πρόσβαση, μέσω της μηχανής αναζήτησης, σε όλα ή ορισμένα από τα αποτελέσματα αναζήτησης που το αφορούν.

Τον Ιούνιο του 2013, ο Γενικός Εισαγγελέας με τις Προτάσεις του (Opinion) κατέληξε στο ότι υπό το ισχύον δίκαιο, η απάντηση στο πρώτο ερώτημα ήταν «ναι», μερικώς «ναι» ήταν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ενώ ένα κάθετο «όχι» ήταν η απάντηση στο τρίτο ερώτημα, δηλαδή τα υποκείμενα προσωπικών δεδομένων δεν έχουν «δικαίωμα στη λήθη»!

Ο Κανονισμός που έχει προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εισήγαγε ένα τέτοιο δικαίωμα, παρά ταύτα ο Γενικός Εισαγγελέας δε συμφώνησε με αυτή την αρχή, καθώς η υπόθεση κρίθηκε υπό την ισχύουσα Οδηγία 95/46/ΕΚ, ενώ ο νέος Κανονισμός για τα προσωπικά δεδομένα βρίσκεται ακόμη στο επίπεδο της Πρότασης και ως εκ τούτου δεν έχει υιοθετηθεί ακόμη. Σχετική συζήτηση έγινε και στη χώρα μας τον Απρίλιο του 2014, στο πλαίσιο του προγράμματος της Ελληνικής Προεδρίας της Ε.Ε.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι παρότι το Δικαστήριο είχε εκδώσει διάφορες αποφάσεις σχετικά με ζητήματα προστασίας δεδομένων στο διαδίκτυο, ήταν η πρώτη φορά που κλήθηκε να ερμηνεύσει την Οδηγία σε σχέση με τις μηχανές αναζήτησης, ζήτημα θεμελιώδους σημασίας για τις εθνικές αρχές προστασίας δεδομένων και για τα δικαστήρια των κρατών μελών.

Τελικά το Δικαστήριο απεφάνθη ότι:

Α) Η δραστηριότητα της μηχανής αναζήτησης, η οποία συνίσταται στον εντοπισμό πληροφοριών που δημοσιεύουν ή αναρτούν στο διαδίκτυο τρίτοι, στην αυτόματη ευρετηρίασή τους, στην προσωρινή αποθήκευσή τους και, τελικώς, στη διάθεσή τους στους χρήστες του διαδικτύου με ορισμένη σειρά προτίμησης, συνιστά «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» και ο φορέας εκμετάλλευσης της μηχανής αναζήτησης είναι «υπεύθυνος» για την εν λόγω επεξεργασία.
Δηλαδή, το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ως ισχυρό και βάσιμο το επιχείρημα ότι η θυγατρική εταιρεία της Google δεν ήταν υπεύθυνη για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.

Β) Όταν ο φορέας εκμετάλλευσης της μηχανής αναζήτησης διαθέτει σε ορισμένο κράτος μέλος υποκατάστημα ή θυγατρική εταιρεία με σκοπό την προώθηση και την πώληση του διαφημιστικού χώρου, τότε ο φορέας ασκεί δραστηριότητα κατευθυνόμενη προς τους κατοίκους του εν λόγω κράτους μέλους.
Επομένως, το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ως ισχυρό και βάσιμο το επιχείρημα ότι η μητρική εταιρεία εδρεύει εκτός Ε.Ε. κι επομένως δεν εφαρμόζεται το δίκαιο της Ε.Ε. ως προς αυτήν. Το γεγονός και μόνο ότι μια εταιρεία πραγματοποιεί πώληση διαφημιστικού χώρου σε μια χώρα της Ε.Ε. και προσανατολίζει τις δραστηριότητες της σε αυτή τη χώρα αρκεί για να εφαρμοστεί η Οδηγία.

Γ) Ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης υποχρεούται να απαλείφει από τον κατάλογο αποτελεσμάτων, ο οποίος εμφανίζεται κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου, συνδέσμους προς δημοσιευμένες από τρίτους ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο αυτό, και στην περίπτωση κατά την οποία το ονοματεπώνυμο αυτό ή οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαγραφεί προηγουμένως ή ταυτοχρόνως από τις ως άνω ιστοσελίδες, η υποχρέωση δε αυτή ισχύει ακόμη και όταν αυτή καθαυτή η δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών στις εν λόγω ιστοσελίδες είναι νόμιμη.
Δηλαδή, το Δικαστήριο επικυρώνει το δικαίωμα της απαλοιφής προσωπικών δεδομένων και άρνησης στην υποβολή τους σε επεξεργασία.

Δ) Το Δικαστήριο καθιερώνει το «δικαίωμα στη λήθη» - αν και δεν το κατονομάζει ως τέτοιο και το περιορίζει σε δικαίωμα αφαίρεσης προσωπικών δεδομένων από έναν κατάλογο αποτελεσμάτων αναζήτησης. Το Δικαστήριο μάλιστα αναφέρθηκε στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έκρινε ότι το υποκείμενο κάποιας πληροφορίας δικαιούται να ζητήσει να πάψει η επίμαχη πληροφορία να τίθεται στη διάθεση του ευρέως κοινού λόγω της εμφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο αποτελεσμάτων. Επιπλέον, τα δικαιώματα αυτά καταρχήν υπερέχουν όχι μόνο του οικονομικού συμφέροντος του φορέα εκμετάλλευσης της μηχανής αναζήτησης, αλλά και του συμφέροντος του κοινού να αποκτήσει πρόσβαση στην πληροφορία αυτή στο πλαίσιο αναζήτησης με βάση το ονοματεπώνυμο του εν λόγω υποκειμένου. Εντούτοις, τούτο δεν ισχύει όταν, για ειδικούς λόγους, όπως ο ρόλος που διαδραματίζει το εν λόγω υποκείμενο στον δημόσιο βίο, προκύπτει ότι η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου δικαιολογείται από το υπέρτερο συμφέρον του κοινού για πρόσβαση στην επίμαχη πληροφορία συνεπεία της εμφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο.

Με την απόφαση αυτή, οι μηχανές αναζήτησης θα πρέπει να αναζητήσουν οι ίδιες τρόπους που θα ικανοποιείται το δικαίωμα προβολής αντιρρήσεων σε παρουσίαση δεδομένων, στο «κατέβασμά» τους με την πρωτοβουλία του υποκειμένου των δεδομένων αυτών. Το δύσκολο σημείο είναι ότι οι μηχανές αναζήτησης θα πρέπει να μπορούν εξ αρχής να δικαιολογήσουν τις ενέργειες επεξεργασίας. Σε περίπτωση που κάποιο φυσικό πρόσωπο εκδηλώσει την επιθυμία του να διαγραφούν τα δεδομένα, πως θα αντιμετωπιστεί η μηχανή αναζήτησης για το χρόνο κατά τον οποίο ήταν διαθέσιμες οι πληροφορίες;

Η εταιρεία Google, συμμορφώθηκε άμεσα με την απόφαση του Δικαστηρίου και προσφέρει πλέον τη δυνατότητα στους χρήστες, σε ειδική για το σκοπό αυτό ιστοσελίδα, να ζητήσουν την κατάργηση αποτελεσμάτων για ερωτήματα αναζήτησης που περιέχουν το όνομά τους, εφόσον τα εν λόγω αποτελέσματα είναι «ανεπαρκή, μη συναφή ή μη συναφή πλέον σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβλήθηκαν σε επεξεργασία». Σημειώνεται ότι το αίτημα μπορεί να υποβληθεί από πρόσωπα στα 28 κράτη- μέλη της Ε.Ε. ενώ σε άλλες χώρες, όπως λόγου χάρη οι Η.Π.Α., δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτό και αιτήματα που προέρχονται από τις χώρες αυτές απλώς απορρίπτονται.

Για να καταργηθούν όμως τα επίμαχα αποτελέσματα και να εφαρμοστεί τελικά το δικαίωμα ενός προσώπου που προσδοκά τη «λήθη», θα πρέπει αυτό το πρόσωπο να δικαιολογήσει καταλλήλως το αίτημά του, να αναφέρει κάθε διεύθυνση για κάθε σύνδεσμο που τον εμφανίζει και να δώσει λεπτομερώς όλα του τα στοιχεία – ταυτότητα ή δίπλωμα οδήγησης, φωτογραφία – στη μηχανή αναζήτησης που θα αξιολογήσει το αίτημα του, με την πιθανή συνεργασία της τοπικής αρχής προστασίας δεδομένων και των webmasters, προκειμένου να αποφασιστεί εάν θα γίνει τελικά η κατάργηση των επίμαχων αποτελεσμάτων αναζήτησης. Εν τέλει, όποιος επιθυμεί πραγματικά να ξεχαστεί από την Google ή άλλες μηχανές αναζήτησης, πρέπει πρώτα να περάσει από το στάδιο που θα γίνει ιδιαιτέρως γνωστός προκειμένου να φθάσει στην επιθυμητή λήθη.

  • Ετήσιο Συνέδριο της ΙΝΤΑ στο Χονγκ Κονγκ

Το ετήσιο συνέδριο της διεθνούς οργάνωσης για τα εμπορικά σήματα, ΙΝΤΑ (International Trademark Association), έλαβε χώρα για πρώτη φορά στην Ασία, στο εντυπωσιακά οργανωμένο και πολυπληθές Χονγκ Κονγκ, με τη συμμετοχή 8.500 συνέδρων απ’ όλο τον κόσμο.

Το γραφείο μας εκπροσώπησαν ο Κωνσταντίνος Γκουτσιουκώστας και η Βάλη Σακελλαρίδη, ως αντιπρόεδρος της επιτροπής INTA Legislation and Regulation Committee (LRC) και υπεύθυνη των τριών επί μέρους υπο-επιτροπών για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Ασία και την περιοχή του Ειρηνικού.

Ένα από τα βασικά θέματα του συνεδρίου ήταν ο νέος νόμος για τα σήματα που τέθηκε σε εφαρμογή στην Κίνα την 1η Μαΐου 2014 και επέφερε σημαντικότατες αλλαγές στη νομοθεσία περί σημάτων, καθιστώντας αποτελεσματικότερη την προστασία των δικαιούχων brands. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το νέο νομοθετικό πλαίσιο που καθορίζει εξαπλάσιο ποσό αποζημίωσης (από 80.000 Δολλάρια ΗΠΑ ανήλθε σε 480.000 Δολλάρια ΗΠΑ) σε περίπτωση προσβολής των δικαιωμάτων σε σήμα ενώ καθίσταται ευκολότερο για τις αρχές να προβούν σε κατάσχεση και καταστροφή εξοπλισμού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή απομιμητικών προϊόντων. Επίσης, επιταχύνθηκαν και διευκολύνθηκαν οι διαδικασίες εξέτασης και κατοχύρωσης σήματος στην Κίνα, καθώς και οι διαδικασίες ανακοπής κατά σήματος. Εάν όμως απορριφθεί μια ανακοπή, το σήμα κατά του οποίου στρέφεται ο δικαιούχος προγενέστερου δικαιώματος κατοχυρώνεται αμέσως, ανεξαρτήτως προσφυγής του δικαιούχου προγενέστερου δικαιώματος σε ανώτερο δικαστήριο, γεγονός που δημιουργεί προβλήματα στη διαδικασία ακύρωσης ενός παράνομου σήματος. Γενικά ο νόμος κρίνεται θετικά, με την Κίνα να σημειώνει σημαντική πρόοδο στην προστασία των brands.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του συνεδρίου η φιλοξενία των τοπικών δικηγορικών γραφείων ήταν εξαίρετη ενώ με την ευκαιρία των επαγγελματικών δεξιώσεων, δόθηκε η δυνατότητα στους συνέδρους να επισκεφθούν τα αξιοθέατα του Χονγκ Κονγκ και να απολαύσουν τη θέα από εντυπωσιακά clubs στην κορυφή πανύψηλων ουρανοξυστών, παρά τον ιδιαίτερα βροχερό και συννεφιασμένο καιρό. Η αποχαιρετιστήρια δεξίωση του συνεδρίου έγινε στη Ντίσνεϋλαντ του Χονγκ Κονγκ με υγρασία, ζέστη και πεντάλεπτες καταιγίδες που δεν εμπόδισαν όμως το καθιερωμένο χορευτικό υπαίθριο πάρτι-λήξης.

Επιστροφή