ΝΕΑ - ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2014

  • Πνευματική ιδιοκτησία - Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Υπόθεση C-314/12 - Ερμηνεία Οδηγίας 2001/29/ΕΚ – Έννοια των διαμεσολαβητών, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτους για την προσβολή δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος – Μέτρα για την απαγόρευση πρόσβασης σε προστατευόμενα έργα

Η απόφαση που έλαβε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 27 Μαρτίου 2014 για την υπόθεση C-314/12 αφορά την ερμηνεία άρθρων της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ σχετικά με την Κοινωνία της Πληροφορίας που έχει ως στόχο την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και των συγγενικών δικαιωμάτων.

Η Οδηγία 2001/29/ΕΚ αναγνωρίζει δικαιώματα για όλες τις κατηγορίες δικαιούχων: το δικαίωμα αναπαραγωγής, το δικαίωμα παρουσίασης έργων, το δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό και το δικαίωμα διανομής του πρωτοτύπου ή αντιγράφων των έργων στο κοινό. Προβλέπονται βεβαίως εξαιρέσεις και περιορισμοί, για παράδειγμα, σε περιπτώσεις αναπαραγωγής ενός έργου στις οποίες δε γίνεται οικονομική εκμετάλλευση αυτού δε συνάγεται προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Τούτες οι εξαιρέσεις και οι περιορισμοί των δικαιωμάτων είναι αυστηρά οριοθετημένες και τα κράτη μέλη δεν μπορούν να προβλέψουν άλλες εκτός από αυτές.

Τα «τεχνολογικά μέτρα προστασίας», που προβλέπει η Οδηγία, είναι κάθε τεχνολογία ή μηχανισμός που αποσκοπεί στο να αποτρέψει ή να περιορίσει πράξεις σε ένα έργο, τις οποίες όμως δεν επιτρέπει ο δικαιούχος των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο εν λόγω έργο. Η προσπάθεια εξουδετέρωσης αυτών των τεχνολογικών μέτρων προστασίας επιφέρει κυρώσεις και η συζήτηση στο πεδίο της πνευματικής ιδιοκτησίας έχει πλέον επικεντρωθεί στο κατά πόσο, στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον, το παραδοσιακό «δικαίωμα αναπαραγωγής» μετατρέπεται σταδιακά σε «δικαίωμα ελέγχου της πρόσβασης» καθώς και στο κατά πόσο το γεγονός αυτό θίγει τα δικαιώματα των χρηστών και την ελευθερία της επικοινωνίας, της έκφρασης και της πληροφόρησης.

Είναι γνωστό ότι στο διαδίκτυο, οι υπηρεσίες των διαμεσολαβητών μπορούν να χρησιμοποιούνται όλο και συχνότερα από τρίτους για την προσβολή δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια ο διαμεσολαβητής διαπράττει, άθελά του, για λογαριασμό τρίτου την προσβολή του προστατευόμενου έργου. Ο δικαιούχος μπορεί επομένως να στραφεί με αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων κατά του διαμεσολαβητή, όπως ορίζει και η Οδηγία 2001/29/ΕΚ.

Η απόφαση αναφέρεται σε ακριβώς αυτό το πρόβλημα και στη δυνατότητα που έχουν οι διαμεσολαβητές να επέμβουν και να θέσουν τέρμα σε αυτή την προσβολή.

Η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-314/12, εκδόθηκε στο πλαίσιο δικαστικής διαμάχης μεταξύ της εταιρείας UPC Telekabel Wien GmbH (στο εξής: UPC Telekabel) και των εταιρειών Constantin Film Verleih GmbH (στο εξής: Constantin Film) και Wega Filmproduktionsgesellschaft mbH (στο εξής: Wega).

Οι εταιρείες Constantin Film και Wega ζήτησαν από αυστριακό δικαστήριο τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά της εταιρείας UPC Telekabel, η οποία τηρούσε ιστότοπο που πρότεινε, χωρίς τη συγκατάθεση των εταιρειών Constantin Film και Wega, είτε την τηλεφόρτωση είτε την παρακολούθηση, μέσω streaming, ταινιών παραγωγής των εταιρειών αυτών.

Οι εταιρείες Constantin Film και Wega, ως δικαιούχοι συγγενικού δικαιώματος του δημιουργού επί των ταινιών αυτών, ζήτησαν να απαγορευθεί στην εταιρεία UPC Telekabel, που ενεργούσε ως διαμεσολαβητής στο διαδίκτυο, να επιτρέπει την πρόσβαση των πελατών της στον επίμαχο ιστότοπο, όπως και έγινε, με παρέμβαση των γερμανικών αστυνομικών αρχών εις βάρος των διαχειριστών της UPC Telekabel.

Το αυστριακό δικαστήριο απαγόρευσε στην UPC Telekabel να παράσχει στους πελάτες της την πρόσβαση στον επίμαχο ιστότοπο, πράγμα που έγινε, μεταξύ άλλων, με τον αποκλεισμό του ονόματος χώρου και τη φραγή της ενεργού διευθύνσεως IP του ιστότοπου αυτού καθώς και κάθε άλλης διεύθυνση IP του εν λόγω ιστότοπου, την οποία μπορούσε να εντοπίσει η UPC Telekabel.

Το δευτεροβάθμιο αυστριακό δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η UPC Telekabel είναι διαμεσολαβητής και οι υπηρεσίες της χρησιμοποιούνται για την προσβολή του συγγενικού προς το δικαίωμα του δημιουργού δικαίωμα. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι εταιρείες Constantin Film και Wega ορθά στράφηκαν κατά της UPC Telekabel. Παρόλα αυτά το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έπρεπε να προσδιορίσει τα μέτρα αποκλεισμού του επίμαχου ιστότοπου, αλλά η ίδια η UPC Telekabel, ως διαμεσολαβητής, έπρεπε να έχει την ελεύθερη επιλογή των προς εφαρμογή μέσων για την επίτευξη του αποκλεισμού.

Μετά από αυτή την απόφαση, η UPC Telekabel υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως στο ανώτατο αυστριακό δικαστήριο, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες της χρησιμοποιούνται για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος, διότι δε διατηρεί καμία εμπορική σχέση με τους διαχειριστές του επίμαχου ιστότοπου ενώ δεν αποδείχθηκε ποτέ ότι οι πελάτες της ενήργησαν παρανόμως. Επίσης, υποστήριξε ότι τα διάφορα μέτρα αποκλεισμού τα οποία δύνανται να τεθούν σε εφαρμογή μπορούν όλα να καταστρατηγηθούν τεχνικώς ενώ ορισμένα είναι εξαιρετικώς δαπανηρά.

Το ανώτατο αυστριακό δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο απάντησε ότι:

α) Πράγματι, όποιος θέτει σε ιστότοπο, στη διάθεση του κοινού, προστατευόμενα αντικείμενα χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες κάποιου φορέα παροχής διαδικτυακής προσβάσεως – στην παρούσα περίπτωση αυτός ο φορέας είναι η UPC Telekabel – ο οποίος φορέας θεωρείται τελικά ότι είναι «διαμεσολαβητής» σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 3 της Οδηγίας 2001/29/ΕΚ.

β) Πράγματι μπορεί να επιβληθεί δικαστική διαταγή στο φορέα προκειμένου να υποχρεωθεί να διακόψει τη διαδικτυακή πρόσβαση σε ιστότοπο που περιέχει προστατευόμενα αντικείμενα/έργα χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων.

γ) Αυτή η διάταξη όμως δεν πρέπει να διευκρινίζει τα μέτρα που θα λάβει ο φορέας για την απαγόρευση της πρόσβασης στον εν λόγω ιστότοπο.

δ) Τυχόν χρηματικές ποινές που προβλέπονται σε περίπτωση παραβιάσεως της εν λόγω απαγορεύσεως δεν επιβάλλονται στο φορέα, εφόσον αυτός αποδείξει ότι έλαβε κάθε εύλογο μέτρο προκειμένου να εφαρμόσει την απαγόρευση.

ε) Τα μέτρα που λαμβάνει ο φορέας δεν πρέπει να στερούν ασκόπως από τους χρήστες του διαδικτύου τη δυνατότητα της νόμιμης προσβάσεως σε διαθέσιμες πληροφορίες.

στ) Τα μέτρα που λαμβάνει ο φορέας πρέπει να παρακωλύουν ή τουλάχιστον να δυσχεραίνουν τη μη εγκεκριμένη πρόσβαση ή να την αποθαρρύνουν σε μεγάλο βαθμό.

Επιστροφή