ΝΕΑ - ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2013

  • Σύγκριση σημάτων – Σφαιρική εκτίμηση κινδύνου συγχύσεως – Φαρμακευτικά προϊόντα.

Σε υπόθεση σημάτων φαρμακευτικών, η ισπανική εταιρεία Isdin SA κατέθεσε το λεκτικό σήμα ZEBEXIR για να διακρίνει καλλυντικά και φαρμακευτικά προϊόντα των κλάσεων 3 και 5. Η πορτογαλική εταιρεία Bial-Portela άσκησε ανακοπή κατά της καταχωρίσεως του σήματος στηριζόμενη στο προγενέστερο κοινοτικό, λεκτικό σήμα της, ZEBINIX, για τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσης 42. Η ανακοπή απορρίφθηκε ως προς όλα τα προϊόντα, κρίνοντας ότι δεν υπήρχε κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημείων, ως προς την προέλευση των προϊόντων από την ίδια επιχείρηση.

Η εταιρεία Bial-Portela άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης, αλλά το τμήμα Προσφυγών έκρινε ότι παρά τα κοινά στοιχεία, ιδίως την πρώτη συλλαβή και τα τρία πρώτα γράμματα, η συνολική φωνητική και οπτική εντύπωση που δημιουργεί κάθε ένα από τα επίμαχα σήματα διαφέρει, η δε εννοιολογική σύγκριση δεν επηρέαζε την εκτίμηση της ομοιότητας των σημάτων και οι οπτικές και φωνητικές διαφορές ήταν αρκούντως σημαντικές προκειμένου να αποκλειστεί ο κίνδυνος συγχύσεως, ακόμη και για ίδια προϊόντα.

Στη συνέχεια, η εταιρεία Bial-Portela ζήτησε, με νέα προσφυγή της στο Γενικό Δικαστήριο, να ακυρωθεί η απόφαση του τμήματος προσφυγών και να υποχρεωθεί το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (ΓΕΕΑ) να αρνηθεί την καταχώριση του σήματος ZEBEXIR. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε μεν ως απαράδεκτο το αίτημα της Bial-Portela να υποχρεωθεί το ΓΕΕΑ να αρνηθεί την καταχώριση του επίμαχου σήματος αλλά δέχθηκε το λόγο της προσφυγής και ακύρωσε την επίδικη απόφαση. ‘Εκρινε, μεταξύ άλλων, ότι η πρώτη συλλαβή των δύο επίμαχων σημάτων ήταν ίδια, οι δεύτερες συλλαβές τους διέφεραν μεν, αλλά δεν απείχαν ηχητικώς, και οι τρίτες συλλαβές ήταν μεν διαφορετικές, αλλά περιελαμβάναν τα κοινά γράμματα «i» και «x», εκ των οποίων το δεύτερο έχει σαφώς αναγνωρίσιμο ήχο. Κατά συνέπεια, σφαιρικώς εκτιμώμενες, οι φωνητικές διαφορές μεταξύ των επίμαχων σημάτων δεν απέκλειαν έναν ορισμένο βαθμό φωνητικής ομοιότητας. Κρίθηκε ότι τα σήματα είχαν μεσαίου βαθμού ομοιότητα, ιδίως από οπτικής απόψεως. Συνεκτιμήθηκε ότι τα προϊόντα που εμπίπτουν στην κλάση 3 καθώς και μεγάλο μέρος των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 5 (ήτοι, παιδικές τροφές, έμπλαστρα, υλικό επιδέσμων, απολυμαντικά, παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων, μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα) συνήθως διατίθενται στο εμπόριο εκτιθέμενα στις προθήκες των υπεραγορών και, ως εκ τούτου, επιλέγονται από τους καταναλωτές μετά από οπτική εξέταση της συσκευασίας τους, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι η οπτική ομοιότητα των σημάτων είχε ιδιαίτερη σημασία. Το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημάτων ZEBEXIR και ZEBINIX.

Η Isdin SA και το ΓΕΕΑ ζήτησαν στη συνέχεια από το Δικαστήριο (της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης) να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. Η Isdin υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά τους νομολογιακούς κανόνες σχετικά με τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως και δε μνημόνευσε τη σημασία της οπτικής ομοιότητας ή της ελλείψεώς της ως προς τα λοιπά προϊόντα της εν λόγω κλάσεως 5, τα οποία αφορούσε η αίτηση καταχωρίσεως του σήματος. Δηλαδή, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ των επίμαχων σημάτων χωρίς να συνεκτιμήσει όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή εν προκειμένω. Το ΓΕΕΑ συμπλήρωσε ότι ακόμα και αν το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου ήταν ορθό και αρμόζον, όσον αφορά τα προϊόντα τα οποία ρητώς αυτό μνημόνευσε, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί για τα λοιπά προϊόντα της κλάσεως 5 «παρασκευάσματα φαρμακευτικά, κτηνιατρικά και υγιεινής, διαιτητικές ουσίες για ιατρικές χρήσεις, υλικό επιδέσμων, υλικά σφραγίσεως δοντιών και οδοντιατρικό κερί», τα οποία διατίθενται στο εμπόριο όχι μέσω των υπεραγορών αλλά μέσω των φαρμακείων, όπου η οπτική ομοιότητα δεν είναι σημαντική. Η δε μόνη αιτιολογία ότι «τα επίμαχα σήματα έχουν μεσαίου βαθμού ομοιότητα, ιδίως από οπτικής απόψεως», ήταν υπερβολικά γενική και αόριστη και δεν εξηγούσε γιατί ο μεσαίος αυτός βαθμός ομοιότητας μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την προέλευση των επίμαχων προϊόντων.

Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως, κατά την έννοια του κανονισμού 207/2009, όταν το κοινό ενδέχεται να σχηματίσει την πεποίθηση ότι τα επίμαχα προϊόντα ή υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις. Η ύπαρξη κινδύνου προκλήσεως συγχύσεως στο κοινό πρέπει να εκτιμάται σφαιρικώς, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων που ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη περίπτωση και να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σήματα αυτά, αφού ληφθούν υπόψη ιδίως τα διακριτικά και προέχοντα στοιχεία τους.

Ο δε τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει τα σήματα των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών ο μέσος καταναλωτής, έχει καθοριστική σημασία για τη σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως. Ειδικότερα, ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως ολότητα και δεν επιδίδεται σε εξέταση των διαφόρων λεπτομερειών του.

Έτσι για την εκτίμηση του βαθμού ομοιότητας μεταξύ συγκρινόμενων σημάτων, πρέπει να καθορίζεται ο βαθμός οπτικής, ακουστικής και εννοιολογικής ομοιότητάς τους και, ενδεχομένως, να εκτιμάται η σημασία που πρέπει να αποδοθεί στα διάφορα αυτά στοιχεία, αφού ληφθούν υπόψη οι κατηγορίες των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών και οι συνθήκες υπό τις οποίες διατίθενται στο εμπόριο.

Το δε Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του περί υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως αναφέρθηκε αποκλειστικά σε «μεγάλο μέρος των προϊόντων που εμπίπτουν στην κλάση 5 (ήτοι, παιδικές τροφές, έμπλαστρα, υλικό επιδέσμων, απολυμαντικά, παρασκευάσματα προς καταπολέμηση ζιζανίων και επιβλαβών ζώων, μυκητοκτόνα και παρασιτοκτόνα)», αλλά δεν επέκτεινε το σκεπτικό του στα λοιπά προϊόντα της εν λόγω κλάσεως και τελικά ακύρωσε την επίδικη απόφαση για όλα τα προϊόντα της κλάσεως 5.

Κατά τη νομολογία, η εξέταση των λόγων απαραδέκτου σήματος πρέπει να αφορά κάθε ένα από τα προϊόντα ή υπηρεσίες για τα οποία ζητείται η καταχώριση του σήματος. Και ναι μεν, η αιτιολογία για όλα τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες μπορεί να είναι συνολική, αλλά αυτό αφορά μόνο προϊόντα ή υπηρεσίες που εμφανίζουν μεταξύ τους αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο, ώστε να αποτελούν επαρκώς ομοιογενή κατηγορία ή ομάδα προϊόντων ή υπηρεσιών. Η δε ομοιογένεια δεν κρίνεται μόνο και μόνο γιατί πρόκειται για προϊόντα που ανήκουν στην ίδια κλάση, διότι μια κλάση μπορεί να περιέχει μεγάλη ποικιλία προϊόντων ή υπηρεσιών που δεν εμφανίζουν οπωσδήποτε μεταξύ τους αρκούντως άμεσο και συγκεκριμένο σύνδεσμο.

Εν τέλει το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου και ανέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο για νέα κρίση της υπόθεσης.

Πηγή: http://curia.europa.eu

  • Φυτοπροστατευτικά προϊόντα.

Με την απόφαση του το Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης στις 17 Οκτωβρίου 2013, για την υπόθεση C-210/12 της εταιρείας Sumitomo Chemical Co. Ltd κατά του Γερμανικού Γραφείου Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας και Σημάτων (Sumitomo Chemical Co. Ltd v Deutsches Patent- und Markenamnt), το οποίο αρνήθηκε να χορηγήσει στην εταιρεία Sumitomo Chemical Co. Ltd. συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας, διευκρίνισε τα εξής:

Σύμφωνα με την Κοινοτική Οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, ένα φυτοπροστατευτικό προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εφόσον, μεταξύ άλλων, είναι επαρκώς αποτελεσματικό, δεν έχει μη αποδεκτή επίδραση στα φυτά ή στα φυτικά προϊόντα, δεν προκαλεί μη αναγκαίους πόνους στα σπονδυλωτά που καταπολεμά, δεν έχει επιβλαβή άμεση ή έμμεση επίδραση στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων (π.χ. μέσω πόσιμου νερού, τροφών ή ζωοτροφών) ή στα υπόγεια ύδατα, δεν έχει μη αποδεκτή επίδραση στο περιβάλλον, και μπορούν να προσδιορίζονται η φύση και η ποσότητα των δραστικών και συνοδευτικών ή βοηθητικών ουσιών, τα υπολείμματά του που προκύπτουν από τη χρήση του, καθώς και οι οι φυσικές και χημικές του ιδιότητες οι οποίες έχουν κριθεί κατάλληλες για τη χρήση του και την αποθήκευσή του.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών εγκρίνουν τη χρονική διάρκεια χρήσης ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος (μέχρι 10 έτη με δυνατότητα ανανέωσης), εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Είναι δυνατή τόσο η αναθεώρηση όσο και η ανάκληση της έγκρισης. Σε περίπτωση ανάκλησης ενημερώνεται ο κάτοχος της εγκρίσεως και υπάρχει η δυνατότητα παροχής προθεσμίας για την απόσυρση, αποθήκευση ή διάθεση στην αγορά και χρήση των υπαρχόντων αποθεμάτων, η διάρκεια της οποίας εξαρτάται από το λόγο της ανάκλησης.

Με τη θέσπιση του επονομαζόμενου συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα δίνεται η δυνατότητα παροχής επαρκέστερης διάρκειας προστασίας του διπλώματος, παρέχοντας στο δικαιούχο το δικαίωμα να τύχει πρόσθετης περιόδου αποκλειστικότητας κατά τη λήξη του κύριου διπλώματος, σκοπούσα στην τουλάχιστον μερική αντιστάθμιση της καθυστερήσεως στην εμπορική εκμετάλλευση εφευρέσεως, λόγω του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας και της ημερομηνίας χορηγήσεως της πρώτης άδειας κυκλοφορίας στην αγορά εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, ο δικαιούχος θα μπορεί να αποσβέσει τα έξοδα στα οποία έχει προβεί για έρευνα και να έχει κέρδος από το προϊόν του.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το προϊόν της Sumitomo περιείχε τη δραστική ουσία κλοθειανιδίνη για εντομοκτόνα. Για προϊόν με την ίδια ουσία χορηγήθηκε από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου προσωρινή άδεια κυκλοφορίας στην αγορά σε εταιρεία του ομίλου Bayer. Λίγο αργότερα, οι γερμανικές αρχές χορήγησαν επείγουσα άδεια κυκλοφορίας στον ίδιο δικαιούχο για 120 ημέρες. Ένα χρόνο αργότερα η Sumitomo ζήτησε από το γερμανικό γραφείο τη χορήγηση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για φυτοπροστατευτικά προϊόντα, η οποία απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης δεν υφίστατο καμία ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας, παρότι λίγο αργότερα χορηγήθηκε εκ νέου προσωρινή άδεια σε εταιρεία του ομίλου Bayer και παρότι είχε χορηγηθεί επείγουσα άδεια στη Γερμανία.

Από το Δικαστήριο ζητήθηκε να διευκρινιστεί το κατά πόσον απαγορεύεται η έκδοση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για φυτοπροστατευτικό προϊόν που διαθέτει επείγουσα άδεια κυκλοφορίας στην αγορά.

Σημειώνεται ότι για την έκδοση επείγουσας άδειας δεν απαιτείται από τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε επιστημονικό έλεγχο των κινδύνων πριν τη χορήγησή της, γεγονός που συμβαίνει μόνον σε «ειδικές περιπτώσεις», δεδομένου ότι η χορήγηση επείγουσας άδειας για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις 120 ημέρες πρέπει να κρίνεται «αναγκαία λόγω απρόβλεπτου κινδύνου που δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με άλλα μέσα». Αφορά δε προϊόντα που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις που θέτει η σχετική οδηγία και δεν επιβάλλεται προηγούμενος επιστημονικός έλεγχος των κινδύνων. Κρίθηκε επομένως ότι απαγορεύεται η έκδοση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας για φυτοπροστατευτικό προϊόν που διαθέτει επείγουσα άδεια κυκλοφορίας.

Επιπλέον, συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας μπορεί να εκδοθεί μόνον εφόσον, κατά την ημερομηνία της αιτήσεως, το φυτοπροστατευτικό προϊόν προστατεύεται από ισχύον κύριο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και δεν έχει ήδη εκδοθεί πιστοποιητικό ως προς το εν λόγω προϊόν. Επιπλέον, ως προς το προϊόν αυτό πρέπει να υφίσταται ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας στην αγορά ΑΚΑ, «σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ ή σύμφωνα με ισοδύναμη διάταξη εθνικής νομοθεσίας», και, τέλος, η άδεια αυτή πρέπει να είναι η πρώτη άδεια του προϊόντος ως φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται όλες κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για χορήγηση συμπληρωματικού πιστοποιητικού προστασίας κι επομένως η αίτηση μπορεί να υποβάλλεται εγκύρως μόνον από το χρονικό σημείο κατά το οποίο υφίσταται ισχύουσα άδεια κυκλοφορίας και όχι πριν από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε η άδεια.

Επιστροφή