ΝΕΑ - ΜΑΡΤΙΟΣ 2012

  • Νομολογία περί σημάτων που αφορούν φαρμακευτικά προϊόντα.

Στο παρελθόν, σύμφωνα με τη νομολογία για τα σήματα φαρμακευτικών προϊόντων, αρκούσε μια μικρή διαφοροποίηση σε προθέματα, ενδιάμεσες συλλαβές ή καταλήξεις για την καταχώριση δύο παρόμοιων, σε μεγάλο βαθμό, σημάτων που διέκριναν φαρμακευτικά προϊόντα της κλάσης 5 και για τον αποκλεισμό του κινδύνου συγχύσεως των καταναλωτών. Η αιτιολογία ήταν ότι τα φαρμακευτικά προϊόντα χορηγούνται συνήθως με ιατρική συνταγή και παρεμβάλλεται πάντοτε φαρμακοποιός για τη διάθεσή τους, γεγονός που καθιστά σίγουρη τη διάκριση και τη μη ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης ως προς την προέλευσή των αντίστοιχων προϊόντων. Η νομολογία όμως αυτή έχει μεταβληθεί σύμφωνα με αποφάσεις του Πρωτοδικείου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του νυν Γενικού Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πλέον, αποτελεί πάγια νομολογία ότι για τα σήματα που διακρίνουν φαρμακευτικά προϊόντα ακολουθούνται καταρχήν οι γενικοί κανόνες της σφαιρικής εκτιμήσεως των σημάτων, ενώ το επίπεδο της προσοχής του μέσου καταναλωτή φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να καθορίζεται κατά περίπτωση. Είναι γεγονός, ότι στην περίπτωση φαρμάκων που χορηγούνται με ιατρική συνταγή, το επίπεδο προσοχής του μέσου καταναλωτή είναι κατά κανόνα υψηλότερο, δεδομένου ότι τα φάρμακα χορηγούνται από ιατρό και ελέγχονται από φαρμακοποιό προτού παραδοθούν στον καταναλωτή. Όταν όμως υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των προϊόντων και των αντιπαρατιθεμένων σημείων, δεν αρκεί το υψηλότερο επίπεδο προσοχής για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο συγχύσεως του καταναλωτικού κοινού. Η νεότερη νομολογία δέχεται ότι και σε αυτή την περίπτωση ο καταναλωτής ενδέχεται να θεωρήσει ότι τα προϊόντα αυτά προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ενδεχομένως, από οικονομικώς συνδεόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις, επομένως το μεταγενέστερο παρόμοιο σήμα δεν πρέπει να γίνεται δεκτό προς καταχώριση.

Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 17ης Οκτωβρίου 2006, στην υπόθεση Τ-483/04 που έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ των σημάτων GALZIN και CALSYN, για τη διάκριση φαρμακευτικών προϊόντων. Στην υπόθεση αυτή, το μεταγενέστερο σήμα GALZIN αρχικά απορρίφθηκε μετά από άσκηση ανακοπής της δικαιούχου του προγενέστερου σήματος CALSYN λόγω ομοιότητας των σημείων και προϊόντων και πρόκλησης κινδύνου συγχύσεως ως προς την προέλευσή τους. Η μετέπειτα προσφυγή της δικαιούχου του μεταγενέστερου σήματος GALZIN ανέτρεψε την απόρριψη του σήματος, με το σκεπτικό ότι παρότι υφίσταται ορισμένος βαθμός ομοιότητας μεταξύ των προϊόντων και μεταξύ των σημάτων, η ομοιότητα αυτή δεν αρκεί ώστε να προκληθεί κίνδυνος συγχύσεως λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των διαφορών των αντιπαρατιθεμένων σημάτων, ιδίως από ακουστικής απόψεως και αφετέρου, δεδομένης της φύσεως των προϊόντων, το κοινό θα απέδιδε ιδιαίτερη προσοχή στα σημεία που προσδιορίζουν τα προϊόντα. (παράγραφος 9). Στη συνέχεια, όμως, η δικαιούχος του προγενέστερου σήματος CALSYN άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως επί της προσφυγής του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο συμφώνησε με την αρχική απόφαση του ΓΕΕΑ.

Το Πρωτοδικείο απεφάνθη ότι τα επίμαχα προϊόντα είναι της ιδίας φύσεως (φαρμακευτικά προϊόντα), έχουν τον ίδιο σκοπό ή προορισμό (θεραπεία προβλημάτων ανθρώπινης υγείας), απευθύνονται στους ίδιους καταναλωτές (επαγγελματίες του ιατρικού τομέα και ασθενείς), χρησιμοποιούν τα ίδια δίκτυα διανομής (κατά κανόνα, τα φαρμακεία) και έχουν εν δυνάμει συμπληρωματικό χαρακτήρα. Αντιθέτως, η διαφορά τους έγκειται στις διαφορετικές θεραπευτικές ενδείξεις τους και τελικώς, ότι τα στοιχεία ομοιότητας μεταξύ των προϊόντων υπερισχύουν των στοιχείων διαφοράς, άρα υφίσταται ορισμένου βαθμού ομοιότητα μεταξύ των επίμαχων προϊόντων (παράγραφοι 70 και 71). Όσον αφορά την οπτική, ακουστική ή εννοιολογική ομοιότητα των αντιπαρατιθεμένων σημείων, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που προκαλούν τα σημεία αυτά, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους [απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2003, T 292/01, Phillips Van Heusen κατά ΓΕΕΑ – Pash Textilvertrieb und Einzelhandel (BASS), Συλλογή 2003, σ. II 4335, σκέψη 47 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία] (παράγραφος 72). Επίσης κρίθηκε ότι τα αντιπαρατιθέμενα σήματα στερούνται νοήματος για τον μέσο καταναλωτή (παράγραφος 73) και τέλος, τα δύο σημεία είναι συνολικά παρόμοια καθότι έχουν λεκτική ομοιότητα και συγγενή ήχο άρα δε διαφέρουν σημαντικά από ακουστικής απόψεως (παράγραφοι 74 επ.).

Σε ανάλογη περίπτωση, το λεκτικό σήμα TRAVATAN απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως καθώς και κίνδυνος συσχετισμού του με το προγενέστερο σήμα TRIVASTAN, καθώς τα σήματα προσομοιάζουν οπτικώς και φωνητικώς και υπάρχει ομοιότητα των προϊόντων τους στην κλάση 5. Στη συνέχεια, μετά από προσφυγή, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός ότι οι ενδιάμεσοι όπως είναι οι επαγγελματίες του τομέα της υγείας μπορούν να επηρεάσουν και μάλιστα να καθορίσουν την επιλογή των τελικών καταναλωτών δεν είναι καθ' εαυτό ικανό να αποκλείσει κάθε κίνδυνο συγχύσεως για τους καταναλωτές αυτούς όσον αφορά την προέλευση των εν λόγω προϊόντων. .. Υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως και για τους καταναλωτές αυτούς από τη στιγμή που αυτοί ενδέχεται να συναντήσουν τα εν λόγω προϊόντα έστω και στο πλαίσιο αγορών που πραγματοποιούνται, για καθένα από τα προϊόντα αυτά χωριστά, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές» (παράγραφοι 57-58 της απόφασης του Δικαστηρίου της 26ης Απριλίου 2007 στην υπόθεση C-412/05 P Alcon Inc. κατά ΓΕΕΑ και Biofarma SA).

Η ως άνω νομολογία επαναλαμβάνεται πλέον παγίως. Αναφέρουμε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (Πέμπτο Τμήμα) της 16ης Δεκεμβρίου 2010 στην υπόθεση Τ-363/09, στην οποία κρίθηκε ότι υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημάτων RESVEROL και LESTEROL για προϊόντα της κλάσεως 5. Η απόφαση αναφέρει ότι ναι μεν ο βαθμός προσοχής του καταναλωτικού κοινού είναι υψηλότερος από το συνήθη (παράγραφος 24) και υπάρχει μέτριος βαθμός ακουστικής ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων (παράγραφος 28), ενώ τα σήματα δεν έχουν κάποια έννοια (παράγραφος 30), παρά ταύτα, δεν αρκεί το γεγονός ότι ο βαθμός προσοχής του σχετικού κοινού είναι πάνω από το μέσο όρο, (καθότι το κοινό αυτό αποτελείται από επαγγελματίες της υγείας και τελικούς καταναλωτές προϊόντων υγείας) για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο παραπλάνησης του, παραπέμποντας στην παραπάνω απόφαση για το σήμα GALZIN (παράγραφος 33).

Τέλος, στην πρόσφατη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (Πέμπτο Τμήμα) της 15ης Μαρτίου 2012 στην υπόθεση Τ-288/08, εξετάστηκε η απόφαση του Τμήματος Εφέσεων του ΓΕΕΑ, σύμφωνα με την οποία είχε κριθεί ότι το σήμα ZYDUS είναι παρόμοιο με το προγενέστερο Κοινοτικό σήμα ZIMBUS και ότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού για τα προϊόντα «φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κτηνιατρικά παρασκευάσματα και παρασκευάσματα υγιεινής», τα οποία είναι ταυτόσημα ή παρόμοια σε μεγάλα βαθμό με τα «φαρμακευτικά παρασκευάσματα». Αντίθετα, είχε κριθεί ότι δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης για τα «μυκητοκτόνα, τις διαιτητικές ουσίες προσαρμοσμένες για ιατρική χρήση και τα απολυμαντικά».

Το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση του προέβη σε ενδελεχή σύγκριση των προϊόντων (παράγραφοι 37 επ.) και εν τέλει συμφώνησε με το Τμήμα Εφέσεων του ΓΕΕΑ ως προς το ότι τα φαρμακευτικά παρασκευάσματα, τα κτηνιατρικά παρασκευάσματα και τα παρασκευάσματα υγιεινής είναι εν μέρει ταυτόσημα και εν μέρει παρόμοια σε μεγάλο βαθμό με τα φαρμακευτικά παρασκευάσματα. Τα δε σήματα είναι συνολικά παρόμοια, επομένως υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης παρότι ο βαθμός προσοχής του σχετικού κοινού είναι υψηλότερος από το μέσο όρο (αναφορικά με τα παρασκευάσματα υγιεινής) ή σχετικά υψηλός (αναφορικά με τα φαρμακευτικά και κτηνιατρικά παρασκευάσματα). Αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι το προγενέστερο σήμα ZIMBUS εμφανίζει μεγαλύτερη διακριτική δύναμη από τη συνήθη, καθώς αποτελεί φανταστική και εφευρεθείσα λέξη χωρίς να έχει κάποιο νόημα (παράγραφος 63).

Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ανάλυση της μέχρι τώρα νομολογίας αναφορικά με την ομοιότητα ή διαφοροποίηση των σημάτων σε σχέση με τις εγγενείς ιδιότητες των σημάτων ή τις συνθήκες υπό τις οποίες τα προϊόντα διατίθενται στο εμπόριο. Εάν δηλαδή αυτά διατίθενται σε σημεία πωλήσεως self-service, όπου οι καταναλωτές επιλέγουν μόνοι τους τα προϊόντα που αγοράζουν και γι' αυτή τους την επιλογή βασίζονται κυρίως στην εικόνα του σήματος που έχει πάνω του το προϊόν, τότε η οπτική ομοιότητα θα είναι περισσότερο σημαντική, απ' ότι εάν τα ζητούν από πωλητή, οπότε προσδίδεται μεγαλύτερο βάρος στην φωνητική ομοιότητα (παράγραφος 64 με σχετική νομολογία). Στην παρούσα όμως υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν προσδίδεται μεγαλύτερο βάρος στην οπτική ή φωνητική διάσταση των σημάτων, διότι τα διακρινόμενα προϊόντα πωλούνται τόσο με ελεύθερη επιλογή των καταναλωτών από τα ράφια καταστημάτων, όσο και μέσω χορήγησης ιατρικής συνταγής.

Βάλη Σακελλαρίδη

Επιστροφή